αἰέλουρος

αἰέλουρος
Grammatical information: m. f.
Meaning: Prob. `wild cat' or `weasel' (Hdt.),
Other forms: also αἴλουρος (Arist.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The explanation from αἰόλος (\< *αἰελος) und οὑρά : `with moving tail', Buttmann Lexilogus 2, 68, Schmidt KZ 32, 324 after EM 34, 8 αἴλουρος παρὰ τὸ αἰόλλειν καὶ ἀνάγειν την οὑρὰν καὶ κινεῖν, seems still the best (though the -ε- is not unproblematic), though it could well be folk etymology. Ehrlich Betonung 128ff. derives the word from *ϜαιϜέρουρος, cognate with Lat. vīverra `ferret', Lith. vaĩveris `male of the polecat \/ pitchew'; see also Schrader KZ 30, 462, BB 15, 128. - It may be a loanword, adapted by folk etymology. From αἰε- we expect ᾱε-, not loss of the -ε-.
Page in Frisk: 1,36

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αἰέλουρος — αἴλουρος cat masc/fem nom sg αἰέλουρος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίλουρος — ο και η (Α αἴλουρος και αἰέλουρος) γαλή, γάτα, κυρίως αγριόγατα αργότερα και νυφίτσα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Η λ. σήμαινε κυρίως την άγρια γάτα, μια και «η γάτα ως κατοικίδιο ζώο δεν ήταν γνωστή στην Ελλάδα» (Chantraine, λ. αἰέλουρος). Η… …   Dictionary of Greek

  • веселый — весел, весела, весело, укр. веселий, ст слав. веселъ κεχαριτωμένος (Супр.), болг. весел, сербохорв. ве̏сео, ве̏села, словен. vesȇɫ, чеш. vesely, слвц. vesely, польск. wesoɫy, др. польск. wiesioɫy, в. луж., н. луж. wjesoɫy. Родственно лтш.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • αιόλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθικός γενάρχης των Αιολιδών και της φυλής των Αιολέων, γιος του Έλληνα και αδελφός του Δώρου και του Ξούθου. 2. Βασιλιάς του μυθικού νησιού Αιολίης, που ο Δίας τον είχε διορίσει κυβερνήτη ή ταμία των ανέμων. Γιος… …   Dictionary of Greek

  • αἰελούρου — αἴλουρος cat masc/fem gen sg αἰέλουρος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰελούρους — αἴλουρος cat masc/fem acc pl αἰέλουρος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰελούρων — αἴλουρος cat masc/fem gen pl αἰέλουρος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰέλουροι — αἴλουρος cat masc/fem nom/voc pl αἰέλουρος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰέλουρον — αἴλουρος cat masc/fem acc sg αἰέλουρος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • u̯el-7, u̯elǝ-, u̯lē- —     u̯el 7, u̯elǝ , u̯lē     English meaning: to turn, wind; round, etc..     Deutsche Übersetzung: “drehen, winden, wälzen”     Note: extended u̯el(e)u , u̯l̥ ne u , u̯(e)lei (diese also “umwinden, einwickeln = einhũllen”)     Material: A.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.